Single Post
Written by Yiannis Prelorentzos, Professor of Modern and Contemporary Philosophy, Department of Philosophy, National and Kapodistrian University of Athens
Mε αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Φιλοσοφίας στις 20 Νοεμβρίου, αποτελεί πρόκληση να προσπαθήσει κανείς, στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου, να μπορέσει να διατυπώσει ορισμένα ουσιώδη γνωρίσματα της κύριας δραστηριότητας στην οποία έχει αφιερώσει τη ζωή του, ξυν όλη τη ψυχή, εδώ και δεκαετίες. Σε τι μας βοηθά, σε τι μας χρησιμεύει η φιλοσοφία;
α) Κατ’ αρχάς, η σπουδαιότητα της ωφελιμότητας ως κριτηρίου αξιολόγησης αποτελεί φιλοσοφικό ερώτημα.
β) Σε κάθε περίπτωση το φιλοσοφείν μάς βοηθά αναμφίλεκτα –προφανώς όχι μόνο το φιλοσοφείν– να διακρίνουμε τα ουσιώδη από τα επουσιώδη, κάτι που δεν είναι πάντα εύκολο αν δεν διαθέτουμε τους αμυντικούς μηχανισμούς που προσφέρει η κριτική σκέψη για να προστατευθούμε από τα κάθε λογής θέλγητρα της σύγχρονης κοινωνίας, στην ατομοκρατική και άκρως ηδονιστική εκδοχή της. Η έξη της κριτικής εγρήγορσης, που γίνεται δεύτερη φύση, μας επιτρέπει να μην αφηνόμαστε παρορμητικά σε ό,τι είναι δευτερεύον.
Πρώτα απ’ όλα, όποιος έχει αισθανθεί ενδόμυχα τη γλύκα του συμφιλοσοφείν –είτε μελετώντας φιλοσοφικά έργα είτε γράφοντας είτε συμμετέχοντας σε φιλοσοφικά συνέδρια και σε συζητήσεις– νιώθει τη ζωή του να γεμίζει και να γίνεται τόσο πλούσια, ώστε μπορεί να είναι ολιγαρκής χωρίς ίχνος μεμψιμοιρίας. Τούτο δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι απαρνείται τα υλικά αγαθά, κάθε άλλο (δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι για να το κάνει)∙ απλώς δεν τα υπερτιμά, δεν τα έχει λυσσωδώς και ανοικτιρμόνως ανάγκη για να γεμίσει μια (κατά το μάλλον ή ήττον) κενή ύπαρξη.
γ) Πώς κατανοούμε όμως –και συνάμα, κυρίως, πώς νιώθουμε– τι είναι επουσιώδες; Πολύ απλούστερα απ’ ό,τι φαντάζονται συνήθως οι περισσότεροι, εντάσσοντάς το στο πλαίσιο (και εξετάζοντάς το υπό το πρίσμα) του όλου στο οποίο ανήκει, εκκινώντας διαρκώς, στο μέτρο του δυνατού, από το εκάστοτε όλον, αυτοτοποθετούμενοι μεμιάς σ’ αυτό.
Αν, λόγου χάριν, έχω επίγνωση [α] ότι είμαι ένα θνητό, πεπερασμένο ον –το γεγονός ότι τόσοι άνθρωποι φαίνεται εκ του αποτελέσματος να το «λησμονούν» οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι η επίγνωση αυτή είναι στην περίπτωσή τους αμιγώς ή κυρίως νοησιαρχική, όχι ολικά υπαρξιακή, δεν αγγίζει δηλαδή και τη θέλησή τους και το θυμικό τους∙ [β] ότι δεν υπάρχει υλικό αγαθό (λ.χ. ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, ακόμη και άνθρωποι όποτε τους εκλαμβάνουμε ανόητα και κτηνωδώς ως κτήμα μας κ.λπ.) που να μπορεί να μας ικανοποιεί αφ’ εαυτού εσαεί, ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι τόσο πολύτιμες αλλά και τόσο εύθραυστες∙ [γ] ότι, επιπλέον, ο ατομικισμός, και δη ο ναρκισσισμός έχουν «χτυπήσει κόκκινο» ιδίως στις δυτικές κοινωνίες του καιρού μας· αν λοιπόν έχω επίγνωση όλων αυτών (προφανώς όχι μόνο αυτών), πώς μπορώ να αναλαμβάνω δεσμεύσεις τις οποίες δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μπορέσω –και θα θέλω– να τηρήσω, όπως δάνεια στα τριάντα μου για τα επόμενα σαράντα χρόνια; Προφανώς, αυτό δεν το γράφω εκ των υστέρων, δηλαδή μετά τη βίωση της περιόδου της κρίσης στη χώρα μας. Είναι θέμα στοιχειώδους φρόνησης.
Αρκετοί, ίσως μάλιστα πολλοί, ενεργούν παρορμητικά, ανεξέταστα και, κατόπιν εορτής, εκπλήσσονται από τις συνέπειες των πράξεών τους, «πέφτουν από τα σύννεφα», ως εάν οι συνέπειες αυτές ήταν εξωτερικές ως προς τις ίδιες τις πράξεις τους και ολωσδιόλου ανεξάρτητες από αυτές (άρα απρόβλεπτες για τους ίδιους). Ο τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνω και, κυρίως, βιώνω το φιλοσοφείν προϋποθέτει και συνεπάγεται ότι οι αιτίες και οι ενδεχόμενες συνέπειες εμπερικλείονται εν πολλοίς στην ίδια την πράξη. Δεν εννοώ, προφανώς, ότι γνωρίζω εκ των προτέρων και στατικά όλες τις συνέπειες, ως εάν ήταν αναπόδραστες (με τη μοιρολατρική σημασία της αναγκαιότητας). Πιστεύω όμως ότι, σε μια ανθρώπινη ζωή, που εκδιπλώνεται σε συγκεκριμένο εκάστοτε κοινωνικοπολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό πλαίσιο, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διακρίνει κανείς τις τωρινές χαρές στις οποίες κυοφορούνται οι αυριανές λύπες (λ.χ. το τσιγάρο, το μεθοκόπημα, τα ναρκωτικά, αλλά και κάθε νωχελική εγκατάλειψή μας στην εγωπάθεια, στη βλακεία και σε συνήθειες που έχουν «κατσικωθεί» στη ζωή μας λόγω περισσής αδράνειας και αδυναμίας μας να αντισταθούμε στην οκνηρία) από αυτές που ενδέχεται αρχικά να προκαλούν μικρότερο ενθουσιασμό, είναι όμως ικανές να δίνουν νόημα σε μια ζωή, και δη στη δική μας συγκεκριμένη ζωή.
Ασπάζομαι, χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη –προφανώς όχι λόγω απουσίας κριτικής διάθεσης, έστω άμβλυνσης της κριτικής στάσης μου, τουλάχιστον αυτό θέλω να πιστεύω–, τη θέση του Bergson –ενδεχομένως ή μάλλον σίγουρα διότι είχα ήδη οδηγηθεί σ’ αυτήν μέσω άλλων ατραπών– σύμφωνα με την οποία «η απώτερη φιλοδοξία της φιλοσοφίας συνίσταται στο να μας καθιστά καλύτερους και πιο δυνατούς», στο «να αισθανόμαστε πιο χαρούμενοι και πιο δυνατοί» (υπό μία έννοια, έχουμε πλεονασμό εδώ, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Spinoza, δεδομένου ότι ορίζει τη χαρά ως αύξηση δύναμης και, αντιστοίχως, τη λύπη ως μείωση δύναμης).
